Κυριακή, 6 Απριλίου 2014

ΧΡΟΝΟΛΟΓΗΣΗ ΤΩΝ ΕΥΑΓΓΕΛΙΩΝ ΑΡΧΑΙΟΙ ΠΑΠΥΡΟΙ ΤΩΝ ΕΥΑΓΓΕΛΙΩΝ



Απόσπασμα της προς δημοσίευσιν μελέτης του Βασιλείου Ταμιωλάκη σχετικά με την χρονολόγηση των Ευαγγελίων και τους αρχαίους παπύρους των Ευαγγελίων




« Ἡ ἐπαναχρονολόγηση τοῦ P64 ( παπύρου 64 ποὺ περιέχει ἀπόσπασμα τοῦ κατὰ Ματθαὶον Εὐαγγελίου ) ἀπὸ τὸν Thiede, ἦταν ἕνα ἀκόμη πλῆγμα στὴν ὕστερη χρονολόγηση τῶν Εὐαγγελίων. Ο Thiede εἶχε πλήρη συνείδηση τῶν συνεπειῶν τῆς ἐπαναχρονολόγησης τοῦ P64 στὸ ἐπίπεδο τς θεολογίας ἀλλὰ καὶ γενικότερα. Ἀφιέρωσε τὸ τελευταῖο κεφάλαιο τοῦ βιβλίου του The Jesus Papyrus στὴ σημασία τῆς ἐπιστημονικῆς του ἀνακοίνωσης. Γιὰ τὸν Thiede ὁ εὐρωπαϊκὸς πολιτισμὸς βασίστηκε στὸν Χριστιανισμό. Χωρὶς τὸν Χριστιανισμὸ δὲν θὰ ὑπῆρχαν οἱ τοιχογραφίες τοῦ Γκιόττο, ἡ Θεία Κωμωδία τοῦ Δάντη, τὸ ρέκβιεμ τοῦ Μότζαρτ, ὁ καθεδρικὸς ναὸς τοῦ Ἁγίου Παύλου. Ὅ,τι συμβαίνει στὴ θεολογία ἔχει συνέπειες στὸν πολιτισμὸ ἀλλὰ καὶ στὴν καθημερινὴ ζωὴ τῶν ἀνθρώπων. Αὐτὸ συνέβαινε πάντοτε καὶ αὐτὸ συμβαίνει καὶ σήμερα. Βιβλία ὅπως ὁ τελευταῖος πειρασμὸς τοῦ Καζαντζάκη εἶναι ἀπότοκα τῶν σύγχρονων θεολογικῶν ρευμάτων, ποὺ ἀμφισβητοῦν τὴν ἱστορικότητα τῶν Εὐαγγελίων. Πολλοὶ σύγχρονοι θεολόγοι ὁμοιάζουν πρὸς τοὺς ἀρχαίους αἱρετικοὺς Δοκῆτες, ποὺ ἀμφισβήτησαν τὴν πραγματικότητα τῆς σάρκωσης καὶ τῆς σταύρωσης τοῦ Λόγου. Αὐτὸ ἔχει συνέπειες στὴν τέχνη καὶ τὴ σύγχρονη ζωὴ γενικότερα. Ἡ ἀναζήτηση τοῦ ἱστορικοῦ Ἰησοῦ μεταφέρεται ἀπὸ τὸ ἐπίπεδο τῆς θεολογίας στὸ ἐπίπεδο τῆς λογοτεχνίας, τοῦ κινηματογράφου, τοῦ πολιτισμοῦ γενικότερα. Ο Bultmann πιστεύει πὼς δὲν γνωρίζουμε σχεδὸν τίποτε γιὰ τὸν πραγματικὸ Ἰησοῦ καὶ φτιάχνει στὴν οὐσία ἕναν δικό του « Ἰησοῦ », ὅπως τὸν φαντάζεται. Τὸ ἴδιο κάνει καὶ ὁ Καζαντζάκης μὲ διαφορετικὸ τρόπο, φτιάχνει ἕναν « Ἰησοῦ » κατ’ εἰκόνα του. Ἡ τέχνη ἀντλεῖ καὶ πάλι ἀπὸ τὴν θεολογία, ἀλλὰ αὐτὴ ἡ θεολογία δὲν ἔχει καμιὰ σχέση μὲ τὴν παραδοσιακὴ θεολογία. Ο Thiede γνωρίζει πὼς ἡ ἐργασία τοῦ ἀνατρέπει τὸ χάσμα μεταξύ του « Ἱστορικοῦ Ἰησοῦ » καὶ τοῦ « Ἰησοῦ τῆς Πίστης » καὶ μάλιστα ὄχι σὲ θεωρητικὴ βάση ἀλλὰ σὲ βάση ἐπιστημονικῶν δεδομένων. Ἡ ἐπιστήμη μετατρέπεται ἀπὸ ἐχθρὸ σὲ θεραπαινίδα τῆς θρησκείας, ἀνατρέποντας τὴν ἀμφισβήτηση στὴν ἱστορικότητα τῶν Εὐαγγελίων μὲ τὸ κριτήριο τῆς ἀρχαιότητας, σύμφωνα μὲ τὸ ὁποῖο, ὅσο μικρότερο εἶναι τὸ κενὸ μεταξύ τῆς συγγραφῆς ἑνὸς βιβλίου καὶ τῶν γεγονότων ποὺ περιγράφονται σὲ αὐτό, τόσο πιὸ ἀξιόπιστο εἶναι τὸ βιβλίο. Οἱ συνέπειες, λοιπόν, τῆς ἐργασίας τοῦ Thiede εἶναι σημαντικὲς στὸ ἐπίπεδο τῆς θεολογίας ἀλλὰ καὶ γενικότερα. Τελικά, ἡ ὑπόθεση τοῦ P64 προσλαμβάνει ἄλλες διαστάσεις, γίνεται σύμβολο στὴ διαμάχη μεταξὺ παραδοσιακῶν καὶ ἀναθεωρητῶν θεολόγων. Ο Thiede σημειώνει για τις εναντίον του επιθέσεις πὼς « ὁ μετὰ τὸν διαφωτισμὸ κόσμος δὲν ἔχει στύλους γιὰ νὰ καίει τοὺς “ αἱρετικοὺς ” ποὺ τολμοῦν νὰ ἀμφισβητήσουν τὴν ὀρθότητά του. Ἀντὶ γι’ αὐτοὺς ἔχει τὴν πίεση τῶν πανεπιστημίων, τῆς γνώμης τῶν Μ.Μ.Ε. καὶ μίας ἀπορριπτικῆς πολιτιστικῆς ἐλίτ. Ὅλα αὐτὰ μποροῦν νὰ ἐπιστρατευτοῦν ἀποτελεσματικὰ ἐναντίον κάποιου ἐρευνητοῦ ποὺ περνᾶ τὰ ὅρια » ».